Top Definition
(adj.) pissy; unsettled; snappy; describes a state of emotion where a person is at their last nerve and could snap at any moment.
My cell phone is making me rawry because it's not working correctly.
από redheadredneck 2 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.