Top Definition
A versatile term that can be used as basically any part of speech in any context in any part of the world at any given time. Usually has a positive connotation, and is often used as a salutation. Rayo is a state of mind.
1. Kelsey Sargis is so rayo.

2. KS: Hey Jen.
JC: Rayo.

3. Rachel Davidson was feeling pretty rayo.
από kwaddus 29 Μάρτιος 2006
That rayo shocked the cops!
από some guy 7 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×