Top Definition
Causing chaos.
Being insubordinate, troublesome, whyling out.
A few of Pauls friends are going to the movies and reaking havoc.
από Mcbreezay. 29 Ιούνιος 2008
6 Words related to reaking havoc

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×