Top Definition
The mass of resin that builds up in a glass pipe from smoking marijuana.
"Dude, we are all out of pot."

"Well, we could always take a dip in the resinvoir."
από cda187 23 Ιανουάριος 2013
noun: site of built up resin; place where resin is scraped from
After running out of pot and having scraped the last of the kief, Garry had no choice but to tap into the resinvoir.
από bujiburner 8 Αύγουστος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×