Top Definition
1. Furious anger brought on by inflamed hemorrhoids (rhoids).

2.Condition brought on by someone or something being a persistent pain in the ass.
The angry man's refusal to take a seat in the waiting room made it clear that he was suffering from rhoid rage.
από D.B. Echo 2 Φεβρουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×