Top Definition
N. One who has disappeared, usually pissing off/upsetting others in the process.
Whoo, man, after that freak accident at Glastonbury I decided to pull a richey to save myself the embarrassment.
από mr_sandman 20 Ιούλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×