Top Definition
People who are morally upright, without quilt or sin, despite their enormous wealth, also spelled
richeousness
Look at that noble man, in all his richousness
από Mwa Ha Ha 16 Φεβρουάριος 2005
3 Words related to richousnous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×