A multipurpose term (adjective or noun) generally used to describe something positive or outlandish.

Origin: Coined by The House of Capricorn and associates on a roadtrip down New Zealand in 2006 through the replacing of the prefix of bilau to create it's antonym.

Pronunciation: ree-lau
"Fuck, my night was rilau"
"Bro, how rilau was that chick?!!"
από Gris Grimly 28 Δεκέμβριος 2007
6 Words related to rilau

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×