Top Definition
a; Excited, worked up, often to the point of ridiculous behavior, or to the point of fighting.

b; Gettin' a woman all horny.

-developed in the dirty south
"Bobby's all riled up! He's gonna whoop some ass!"

"I done got her all riled!"
από Beer Wolf 10 Απρίλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.