Top Definition
Receiving or getting a blowjob while smoking (a hoot of) crack or rock.
That fucking crackwhore gave me the best ringrod ever! I came in her mouth just as I got a ringer.
από 0xyk0nt|n 15 Μάιος 2007
5 Words related to ringrod

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.