Top Definition
adj. (English, satirical, modern) see definition of roak (v.)
1. discerning and jaded
2. discerning, jaded, and drunk
The girl on the other side of the bar just gave me a rather roakish glare.

Beware of roakish e-mails, they are quite a danger.
από strawberry 1 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×