Top Definition
A hug given with a wild sense of enthusiasm.
As a noun: Christine was so excited at her new job she laid some serious roksok on me.

As a verb: 1. Rok me sok me, baby! 2. She makes my bones ache when she roksoks me like that.
από Edmond LaRose 30 Αύγουστος 2006
5 Words related to roksok

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×