Top Definition
The act of nestling into a tight space by moving about. To burrow like an animal.
Little Mark is ruchin' between the couch cushons. Quit ruchin' around Aunt Bonnie while she's sitting down, she doesn't like it.
από monkeytoe34 7 Οκτώβριος 2008
1 more definition
8 Words related to ruchin'
Sweet
He is so Ruchin
από filberoptik 9 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×