Top Definition
rybizzle: adjective meaning excelent in all forms; perfect
verb: to school "rybizzled"
adjective: he made a rybizzle half court shot to beat the buzzer in the championship game
από bizz master chuck 25 Σεπτέμβριος 2004
1 Word related to rybizzle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×