Top Definition
a word used to express all anxieties. when you are down or bummed. an extension of the word sad. {sad}
"OMG they don't have that shirt in my size........... awww i am saddened."

"He told me he was going to call, but then he didn't.......i was saddened."

"I'm saddened."
από Alex Narramore 8 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×