Top Definition
a belt or strap in an automobile, airplane, or other moving object, fastened around the midsection to keep the person safely secured, as during a sudden stop or massive wreck.
Miss KC Slinger hopped in her whip and made sure to buckle her safety harness before cruisin down 95, yes sir.
από Master P '84 4 Ιανουάριος 2008
5 Words related to safety harness

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×