Top Definition
a dikhead,gay,fat,etc someone with a small cock or a man with big tits. an abv. for every insult ever salagaboo is also very very uncontrolably hairy person
tom:i saw a rite salagaboo yesterday
steve:wot woz his name
tom:rob westy
από enjy benjy 16 Δεκέμβριος 2006
5 Words related to salagaboo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×