Top Definition
to be in the act of praying or having the ability to pray.

the english/arabic version of the word "salee" meaning to pray.
word used by many teenage arab american as part of "arabeezi" slang
No he cant talk right now, he's salee-ing." "are you salee-ing today/
από arabeezi 27 Ιούλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×