Top Definition
verb; usually used in past tense; To completely ruin or mess up; adj.; Used to describe an action with disasterous effects, such as rubbing a wound with salt.
That calc test saltfucked me.

Dude, I didn't study for my english final!
>>Chill out, nothing will get saltfucked.
από Anthony Maloche 10 Απρίλιος 2006
6 Words related to saltfuck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.