Top Definition
A mass outbreak of sanctimony and fake outrage, over a celebrity's indiscretions, real or imagined.
Bob: Hey, have you been checking out of the coverage of Tiger Woods?

Jeff: No, it's ridiculous. The media coverage is just one big sanctimorgy.
από Tiresias Bluestone 3 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to sanctimorgy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×