Top Definition
An object or item which is more desireable because it is newer, cleaner, purer.

Something fresh, uncorrupted, unspoiled, unused, untouched.

Something of higher value and quality, in good condition, and/or which has been taken good care of.
Give me that one. This one's not very sanctuous.
από Jak$ 30 Μάρτιος 2007
8 Words related to sanctuous

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×