Top Definition
One who provides sarcasm on a regular basis.
He's always talking all sarcastic and shit. He's such a sarcasticator.
από Dr. Sivraj 7 Μάιος 2004
A person of high intelligence and quick wit. Able to leap tall idiots in a single bound.

A smartass extraordinaire.

Obviously, very handsome man or beautiful woman.
*In response to a sarcastic comment

My, my, you are quite the sarcasticator!
από ILikeMyYolksRunny 19 Απρίλιος 2016

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×