Top Definition
a friend or a close pal, or perhaps just an acquaintance
"oi oi savaloy!"
από doctor beatstake 12 Αύγουστος 2003
1 more definition
5 Words related to savaloy or savloy
1. A red skinned sausage. Usually avaliable from the local chippy.

2. A penis.
1. Slip me a sav n chips in the frier please smiler. I love a nice well oiled savaloy or savloy

2. Sister Shirl 'ol son will suck ya Sav, untill ya head caves in.
από sQuick-Drill 30 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×