Top Definition
Scalleywag: a hoe, male or female, an undesirable person, unacceptable by social means, a "scrub" one who is untrustworthy.
Ain't no time for a scalleywag!
από Cloudia 28 Απρίλιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×