Top Definition
adj. A vivacious and titillating bit of gossip causing wicked pleasure at the expense of another.
Ooh, scandalacious! Tell me more.
από T. Spangler 26 Σεπτέμβριος 2005
5 Words related to scandalacious

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×