Top Definition
A term used to describe a situation, someone or even something that is both scandalous and sexy.
The club got scandalescent real quick after the DJ starting spinnin'.

Damn, the booty on that stripper is scandalescent!

Your liking on Sally's younger brother is kinda scandalescent.
από MellyinMay 1 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.