Top Definition
to mislead, to mess up, to fail, to believe falsely.
Wow, thinking the Jets could beat the chargers was a real schenkp!

You really schenkped that one, didn't you?

Are you trying to schenkp the bartender with that fake ID??
από John Datserakis 17 Οκτώβριος 2008
5 Words related to schenkp

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×