Top Definition
Excessive and often burningly painful diaherria.
When Kenny had the schlitts fire literally came out of his ass!
από Anonymous 12 Οκτώβριος 2002
1 more definition
6 Words related to schlitts
A sexual act where the man shits on the woman's clit.
Dude I schlitt that bitch last night.
από captain america2 17 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×