Top Definition
n.; A focused assault on the night's beers.

A whirlwind drinking binge.

Assumed to be a play on 'blitzkrieg' (meaning 'lightning attack', the term for the WWII German panzer warfare characterized by quick movement, capturing enormous areas of land, and brute force.
"TGIF-- time for a schlitzkrieg."
από Speckled Hand (Goodman Jones) 1 Σεπτέμβριος 2004
6 Words related to schlitzkrieg

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×