Top Definition
Coming from the german "schlitzohr" which means rascal.

To be schlitzohred is to be beaten, outwitted, shown to be inferior, or foiled.
"oh man, you spent 40 bucks on that? Dude, you were schlitzohred."

teacher: pop quiz today on 3 million words
students: gahhh dude, schlitzohred!
από Ryan 25 Σεπτέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.