Top Definition
1) Anything that pertains to anal sexual play.

Adj. schllop-hopper
2) Referring that somebody is being a total asshole, troll, weasel dick, etc.
Example: Tim was schllop-hoppin Sally due to Sally's special time of the month. (pun intended)

Example: Sally saw Tim the next day. Tim was acting like a total schllop-hopper by ignoring her.
από Butters Fingers Wolfy 18 Σεπτέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.