Top Definition
To the point of being well under the influence of alchohol.
Sean and Colin found Matthew completely schlobberdonkeyed after they had visited CoCo Bongo's and a long night of heavy drinking.
από Sean Young, Colin Stingley 3 Απρίλιος 2007
6 Words related to schlobberdonkey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×