Top Definition
1. The length of a man's penis.
2. A big dick.
3. The attitude expressed by someone who is a big dick.
Man, why are you gettin' all up in my face with that schlongitude, put that thing away before you hurt someone why don't you.
από emresch 9 Σεπτέμβριος 2008
5 Words related to schlongitude

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.