Top Definition
A schloog is a hole in the ground specifically made by hacking at it with a field hockey stick.
Cammie and Dalia made a huge schloog during practice while the coach was not looking.
από Nathanator 24 Οκτώβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×