Top Definition
A toasted bagel which you fill will whatever you like. Traditionally made with ham and cheese and toasted in a grill presser.

When one desires a schloonba, "schloonba" must be chanted.

Invented by siobhan.
από ladeedahh 17 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to schloonba

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×