Top Definition
(verb) the act of masturbating while studying.
"I love physics so much I schmartled all night before Dr. Wang's Fluid Dynamics midterm."
#masturbate #defecate #sex #pussy #ass #one-man-band #alan alda
από RKTurner31 24 Ιούνιος 2008
7 Words related to schmartle
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×