Top Definition
a poop trail or skid mark. anal debris/residue left behind purposefully or not, for another's discovery.
Lindsey left a huge schmearfinkle in my toilet.
από ClaytonJames 26 Ιούνιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×