Top Definition
the desire to want everyone to be happy but yourself. going out of your way to see others happy, or succeeded, and not caring if you drag yourself down. caring about everyone's needs before your own.
i've been schmoppin all week.

i feel shmoppiny latley.
από amberyoursilly 27 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×