Top Definition
1. describes a very overexited individual, usually with the ladies
2. very popular with the ladies, has lots of sex all the time, usually with more than one girl, very talented in bed
Man, I want that schmuckler to sex me up.
από Phil Keller 2 Δεκέμβριος 2006
5 Words related to schmuckler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.