A person who stays in school to avoid real life.
I can't get no job man. I'm a schoolee.
από Jim Pooler 23 Δεκέμβριος 2006
One who gets schooled (see schooled)

Gets schooled by the "schooler" (see schooler)
Frank - "Hey dude, I totally schooled that nerd from wood shop class!"

Mitch - "Oh snap! That makes you the schooler and him the schoolee!"

Frank - "You said it, bro."

*Slaps five*
από Koolguy_GT500 16 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×