Top Definition
1. Similar to 'spitting', but occurs after vomiting in order to remove the taste of vomit from ones mouth.
James: "He's still going, he's still going" (ie: vomiting)

Andrew: "I'm just schpitting" (proceeds to vomit violently)

James: (sarcastically) "Just schpitting ey?"
από howlongjizz 19 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×