Top Definition
To be fucked, either sexually or by being in a bad situation. Past tense of schtoop.
She got schtooped hardcore by her boyfriend on prom night.

I owe $1200 and I'm broke, I'm totally schtooped!
από Munster 31 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.