Top Definition
n. vagina, obviously. Vaginas have holes. Schupii is a term of endearment for the big hole in a vagina.
My SCHUPii was stuffed with PANTiPOLEs.
από SHit Tooth STU 12 Ιούνιος 2008
10 Words related to schupii

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×