Top Definition
Of Yiddish and New Zealand origin, meaning a large amount of hype or fuss for very little, or diminishing, returns.
1. Despite all the schvizzel about the party beforehand, it turned out to be a dud.

2. There was much schvizzel about nothing.
από gurdyp 11 Ιανουάριος 2010
7 Words related to schvizzel

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.