Top Definition
To be intensely intoxicated, chewed
Dude, I'm fucking schwed.
Call me Fred Schwed Jr.
από Jay n' Bir 11 Απρίλιος 2006
1 more definition
5 Words related to schwed
The state of being really fucked up, specifically on alcohol.
Person 1- *Incoherent mumbling*

Person 2- That's totally schwed, dude.
από Counter-Dike: Penile Offensive 7 Ιούλιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×