Top Definition
Stare and look around in a horrible and nasty way
The boy scowled at the girl

The Man scowled at the lady
από djcbsg 28 Ιούνιος 2016
Bad-tempered face expression.
>The mother scowls after seeing her child's grades.
από Andresmelek 13 Σεπτέμβριος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×