Top Definition
1. To look at someone with a wierdly angry face.

2. To punish someone.
"I wonder why that hot chick's alway scowling in a corner".

"Dad scowled me last night for just a little pity sex".
από Seemen 2 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.