Top Definition
To be screwed over by information made publicly available through a search engine.
“My wife caught me leaving a strip club on Google Street View, I got screwgled!”
από John Olmstead 31 Ιούλιος 2007
5 Words related to screwgled

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.