Top Definition
The scream-like vocals heard from the bedroom or upstairs neighbors apartment associated with coitus.
"I didn't get any sleep last night, my roomates kept screwming."

"Stop screwming so loud, my parents are home."
από Memblin 13 Ιούλιος 2007
5 Words related to screwming

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.