Top Definition
n.: The quality of being scrumtrulescent. The state of possessing such greatness of degree that all attempts at description fall miserably short.
I was left breathless by the sheer scrumtrulescence of her performance.
από Jickety 6 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.